Κλέλια Μαμουνάκη: “Το θέατρο είναι η δική μου πράξη ανυπακοής απέναντι στη σιωπή”
"Η ηθοποιός και συνιδρύτρια της ομάδας Bonaventura μιλά για τον "Φαέθοντα", την πατριαρχία ως κοινωνική πανδημία και τη δύναμη της μητρότητας στη σκηνή"
Κλέλια Μαμουνάκη: “Το θέατρο είναι η δική μου πράξη ανυπακοής απέναντι στη σιωπή”
"Η ηθοποιός και συνιδρύτρια της ομάδας Bonaventura μιλά για τον "Φαέθοντα", την πατριαρχία ως κοινωνική πανδημία και τη δύναμη της μητρότητας στη σκηνή"
Η Κλέλια Μαμουνάκη δεν ακολούθησε την πεπατημένη. Από τον κόσμο της Διοίκησης Επιχειρήσεων και του Μάρκετινγκ, οδηγήθηκε από μια εσωτερική ορμή στην πόρτα του “Θεάτρου των Αλλαγών”, ανακαλύπτοντας εκεί την πραγματική της πατρίδα.
Σήμερα, ως ηθοποιός, βοηθός σκηνοθέτη και συνιδρύτρια της ομάδας Bonaventura, καταθέτει μια τέχνη που αρνείται να εφησυχάσει. Με πρόσφατη τη διεθνή της διάκριση στο Φεστιβάλ της Αλεξάνδρειας, η Κλέλια επιστρέφει στη σκηνή του Θεάτρου Φούρνος για να ενσαρκώσει την Ανν στον «Φαέθοντα» του Δημήτρη Δημητριάδη, έναν ρόλο που απαιτεί σωματική εξάντληση και ψυχική γύμνια.
Στη συνέντευξη που μας παραχώρησε, η Κλέλια ξετυλίγει το κουβάρι μιας παράστασης που χαρακτηρίζεται από «καλοκουρδισμένο τρόμο». Μιλά για τη “βουβή” βία που βιώνουν οι γυναίκες πίσω από τις κλειστές πόρτες, την πατριαρχία που το 2026 παραμένει μια ζωντανή απειλή, αλλά και την προσωπική της “πυρηνική” ενέργεια που αντλεί από τα δύο της παιδιά.
Είναι μια συζήτηση για την ανάγκη του θεάτρου να δημιουργεί ρωγμές στο “skip” και το “mute” της ψηφιακής μας εποχής, υπενθυμίζοντάς μας πως το να ζεις πραγματικά είναι, τελικά, μια πράξη αντίστασης.
Η συνέντευξη με την ηθοποιό Κλέλια Μαμουνάκη
Κλέλια, αν γυρίσουμε τον χρόνο πίσω, ποια είναι η πρώτη εικόνα ή το πρώτο συναίσθημα που σου έρχεται στο μυαλό και σε έκανε να πεις “εγώ θέλω να είμαι πάνω στη σκηνή”; Υπήρξε κάποια καθοριστική στιγμή που ένιωσες ότι το θέατρο είναι ο δικός σου τρόπος να καταλαβαίνεις τον κόσμο;
Νομίζω πως αυτή η ορμή υπήρχε μέσα μου ανέκαθεν. Οι δικοί μου έχουν να λένε ιστορίες από σχολικές παραστάσεις όπου αρνιόμουν πεισματικά να κατέβω από τη σκηνή, ή που έλεγα παραμύθια τα οποία… δεν τελείωναν ποτέ, επειδή έβλεπα ότι είχε μαζευτεί κοινό για να με ακούσει!
Κάπως όλες αυτές οι σκέψεις κρύφτηκαν στο ασυνείδητο και μου πήρε χρόνια να βρω ποια ήταν η τέχνη μου… Σπούδασα Οργάνωση & Διοίκηση Επιχειρήσεων, ακολούθησε ένα Μεταπτυχιακό στο Μάρκετινγκ και την Επικοινωνία, έκανα μαθήματα Δημοσιογραφίας…
Μέσα μου όμως ένιωθα βαθιά ανολοκλήρωτη… Μια μέρα, φεύγοντας από μια θεατρική παράσταση ως θεατής, ξύπνησε μέσα μου εκείνη η παιδική φωνή: “Πόσο θα ήθελα να ανέβω εκεί πάνω”.
Άρχισα δειλά – δειλά να ψάχνω δραματικές σχολές χωρίς να το πω σε κανέναν. Για μέρες πήγαινα και στεκόμουν για ώρες έξω από το Θέατρο των Αλλαγών. Δεν τολμούσα να ανέβω. Μια μέρα έβαλα όλη μου τη δύναμη και άνοιξα την πόρτα…
Μπήκα μέσα και μετά από λίγα λεπτά βρέθηκα να κουβαλάω σκηνικά και να κρατάω λόγια για μια παρουσίαση που θα γινόταν σε λίγο. Άγνωστη μεταξύ αγνώστων αλλά σαν να ήμουν εκεί ήδη για καιρό… Ήταν η στιγμή που τα άλλαξε όλα.

Με το θέατρο όλα άρχισαν ξαφνικά να βγάζουν νόημα. Κι αν σκεφτείς ότι ασχολούμαι επαγγελματικά και με την επικοινωνία, μάλλον τελικά όλη μου η ζωή είναι μια προσπάθεια να καταλάβω πώς συνδεόμαστε οι άνθρωποι μεταξύ μας – είτε πάνω στη σκηνή είτε κάτω από αυτή.»
Ποια είναι η καλλιτεχνική αρχή ή η συμβουλή που ακολουθείτε πιστά από το ξεκίνημά σας μέχρι σήμερα;
«Το βασικό μάθημα που διδάχθηκα όλα αυτά τα χρόνια είναι πως το ταλέντο είναι απλώς μία συγκυρία, όλα τα υπόλοιπα είναι θέμα δουλειάς.
Η αρχή που ακολουθώ πιστά, λοιπόν, είναι: “Να είσαι παρών”. Όταν παίζεις να είσαι 100% εκεί και να αντιδράς σε ό, τι συμβαίνει πάνω στη σκηνή. Μόνο έτσι το θέατρο είναι ζωντανό. Και φυσικά να μην παίρνουμε τον εαυτό μας και πολύ στα σοβαρά – μόνο τη δουλειά μας.»
Ο «Φαέθων» του Δημήτρη Δημητριάδη περιγράφεται ως ένα σύμπαν «καλοκουρδισμένου τρόμου». Ποια ήταν η πρώτη σας αντίδραση διαβάζοντας αυτό το σκληρό αλλά βαθιά υπαρξιακό κείμενο;
«Όταν πρωτοδιάβασα αυτό το κείμενο η πρώτη μου αντίδραση ήταν να κλείσω το βιβλίο και να μην το ανοίξω ποτέ ξανά! (γέλια)
Ο Δημήτρης Δημητριάδης δεν γράφει απλώς λέξεις, μεταφέρει σωματικές αισθήσεις. Διαβάζοντάς το, ένιωσα σαν κάποιος να μου σφίγγει με το χέρι το λαιμό.
Το τρομερό με την οικογένεια Λομ είναι ότι ζει σε μία κανονικότητα που τους εξοντώνει ψυχικά με χειρουργική ακρίβεια. Αυτό είναι που με σόκαρε περισσότερο: η “κανονικότητα”.
Με προβλημάτιζε πολύ το πώς θα μοιραζόμασταν με το κοινό όλη αυτή τη φρίκη. Αλλά ταυτόχρονα ένιωθα ότι αν καταφέρναμε αυτές οι φωνές να ακουστούν, θα κάναμε κάτι σημαντικό. Από εκεί και πέρα, η απόφαση ήταν μονόδρομος.»
Υποδύεστε την Ανν, μία από τις κόρες της οικογένειας Λομ. Στο έργο, η Ανν είναι ένα θύμα που βιώνει την κακοποίηση μακριά από τα βλέμματα των θεατών. Πόσο δύσκολο είναι για έναν ηθοποιό να σωματοποιήσει αυτή τη «βουβή» και αθέατη βία επί σκηνής;
«Κάποιες φορές η σιωπή είναι πιο εκκωφαντική από μία κραυγή. Η Ανν έχει μάθει να γίνεται “αόρατη” μέσα στο ίδιο της το σπίτι για να επιβιώσει. Τεχνικά, αυτό σημαίνει ότι το σώμα κλειδώνει σε μια μόνιμη κατάσταση συναγερμού – είναι σωματικά εξοντωτικό, έφευγα από την πρόβα και ένιωθα σαν να είχα κάνει πεζοπορία στον Όλυμπο, παρόλο που μπορεί να καθόμουν ακίνητη σε μια καρέκλα!»
Η παράσταση παρουσιάζεται από τη νέα ομάδα Bonaventura. Τι σημαίνει για εσάς αυτή η συλλογική προσπάθεια και πώς λειτούργησε η «χημεία» της ομάδας υπό τη σκηνοθεσία της Χρύσας Καψούλη;
Η Bonaventura είναι για μένα η δική μου πράξη ελευθερίας – το να επιλέγεις τους συνεργάτες και τις ιστορίες που θέλεις να μοιραστείς με τον κόσμο. Ως συνιδρυτές της Ομάδας, ο Δημήτρης Βουτσής κι εγώ μοιραζόμαστε το όραμα να δημιουργήσουμε ένα καλλιτεχνικό “καταφύγιο” όπου θα επιλέγουμε εμείς τις ιστορίες που θέλουμε να πούμε, χωρίς εκπτώσεις.
Το ίδιο το όνομα σημαίνει “Καλή Τύχη”, “Καλό ταξίδι” και νομίζω πως ο “Φαέθων” ήταν το ιδανικό ξεκίνημα: ένα έργο δύσκολο, απαιτητικό, που σε αναγκάζει να ωριμάσεις απότομα.
Η χημεία της ομάδας μας πηγάζει από την απόλυτη εμπιστοσύνη μεταξύ μας, κάτι που είναι ζωτικό για ένα τόσο απαιτητικό έργο. Με τον Δημήτρη Βουτσή, τη Μάγδα Κατσιπάνου, την Κατερίνα Κέντρου και τον Χριστόφορο Κώνστα, έχουμε αναπτύξει έναν κώδικα επικοινωνίας που μας επιτρέπει να λειτουργούμε επί σκηνής ως ένα σώμα.

Ο ένας είναι το δίχτυ ασφαλείας του άλλου. Είναι όλοι τους εξαιρετικοί ηθοποιοί και ιδανικοί συνεργάτες, με μια αφοσίωση που σε παρασύρει· ο καθένας φέρει τον δικό του κόσμο και τη δική του αλήθεια πάνω στη σκηνή και μέσα από αυτή την αλληλεπίδραση εξελίσσομαι διαρκώς και εγώ.
Όσο για τη Χρύσα Καψούλη, η συνεργασία μαζί της ήταν πραγματικό σχολείο. Καταρχήν είναι ο άνθρωπος που μας ενέπνευσε να βρούμε την καλλιτεχνική μας φωνή και να τολμήσουμε αυτό το βήμα.
Δεν είναι τυχαίο ότι η Χρύσα υπήρξε και δασκάλα μας. Έφερε μαζί της την μακροχρόνια εμπειρία της στο θέατρο και τη διδασκαλία και μας διαμόρφωσε ουσιαστικά. Κατάφερε να αξιοποιήσει τη διαφορετική ενέργεια που φέρει ο καθένας μας και να τη συνθέσει σε ένα ενιαίο, φορτισμένο σύμπαν. Μας έσπρωξε στα όριά μας, αλλά πάντα με βαθιά φροντίδα και νοιάξιμο.
Εκτός από ηθοποιός, συμμετέχετε και ως βοηθός σκηνοθέτη. Πώς επηρέασε αυτή η διπλή ιδιότητα τον τρόπο που βλέπετε την παράσταση και τον ρόλο σας;
«Άλλαζα διαρκώς “καπέλα”. Από τη μία η Ανν με την εσωτερική διαδρομή της και από την άλλη η βοηθός σκηνοθέτη που πρέπει να ελέγχει τα πάντα—από τα σκηνικά αντικείμενα μέχρι το πρόγραμμα των προβών.
Αυτή η εναλλαγή ρόλων μού έδωσε την ευκαιρία να έχω μια πανοραμική εικόνα της παράστασης. Τη “μεγάλη εικόνα”. Το στοίχημα ήταν τη στιγμή που πατούσα στη σκηνή, να “σβήνω” την οργανωτική μου πλευρά και να αφήνω μόνο την ηθοποιό να αναπνεύσει. Είναι μια άσκηση πειθαρχίας που, τελικά, με έκανε να αγαπήσω ακόμα περισσότερο τη συλλογική προσπάθεια που απαιτεί το θέατρο.»
Η Χρύσα Καψούλη μετατρέπει το σαλόνι της οικογένειας σε «πεδίο πυρηνικής αναμέτρησης». Πώς βιώσατε εσείς αυτή την ένταση κατά τη διάρκεια των προβών;
Η αλήθεια είναι πως το “σαλόνι” μας δεν ήταν ποτέ ένας απλός σκηνικός χώρος, αλλά ένα πεδίο όπου κάθε βλέμμα και κάθε σιωπή ήταν βαθιά φορτισμένη.
Όσο προχωρούσαν οι πρόβες, άρχισα να νιώθω μια φοβερή εσωτερική αντίδραση. Ένιωθα την ανάγκη αυτού του πλάσματος, της Ανν, να μη μείνει μόνο στον ρόλο του θύματος, αλλά να ουρλιάξει, να αντιδράσει σε όλο αυτό που βιώνει. Κάθε μέρα αυτή η παρόρμηση γινόταν πιο έντονη μέσα μου.
Αυτή την “ανυπακοή” την κράτησα και την έβαλα στον ρόλο. Γιατί η Ανν είναι εκείνη που τελικά συντάσσεται με τον αδερφό της και τολμά να εκφράσει την επιθυμία να σκοτώσουν τον πατέρα-δυνάστη.
Είναι η στιγμή που η “βουβή” βία μετατρέπεται σε ενεργή αντίσταση. Το στοίχημα λοιπόν είναι να μεταφέρεις στο κοινό ότι αυτό το κορίτσι βράζει εσωτερικά, όχι μόνο από φόβο, αλλά και από την οργή που ετοιμάζεται να εκραγεί.
Η παράσταση είναι αυστηρώς ακατάλληλη για ανηλίκους λόγω της σκληρότητας των θεμάτων της. Πιστεύετε ότι το θέατρο σήμερα οφείλει να “σοκάρει” για να αφυπνίσει τον θεατή;
«Το θέατρο οφείλει να έρχεται σε ρήξη. Ο Φαέθων, δραματουργικά, ακολουθεί τη δομή της αρχαίας τραγωδίας και η βία δεν καταναλώνεται ως θέαμα επί σκηνής. Συμβαίνει έξω από αυτήν, μακριά από τα βλέμματα των θεατών. Αυτό που σοκάρει δεν είναι η εικόνα, αλλά η συνειδητοποίηση.
Οι λέξεις που ακούγονται, οι εικόνες που περιγράφονται είναι δυστυχώς τόσο σκληρές όσο ένα καθημερινό δελτίο ειδήσεων και τόσο αληθινές όσο η “κανονικότητα” της διπλανής πόρτας.
Μέσα από το θέατρο οφείλουμε να αφυπνίζουμε, όχι για να εντυπωσιάσουμε, αλλά για να καταδείξουμε τους μηχανισμούς της εξουσίας και της υποταγής. Αν η τέχνη δεν δημιουργεί ρωγμές στον εφησυχασμό μας, τότε αποτυγχάνει στον ρόλο της. Η ακαταλληλότητα της παράστασης δεν αφορά τη σεμνοτυφία, αλλά το βάρος μιας αλήθειας που απαιτεί από τον θεατή να πάψει να είναι παθητικός δέκτης και να γίνει κοινωνός μιας αναγκαίας ανατροπής.»
Ποια σκηνή του έργου αποτελεί για εσάς την πιο “οριακή” στιγμή, εκείνη που σας φέρνει πιο κοντά στα προσωπικά σας όρια;
«Υπάρχουν δύο στιγμές στο έργο που με φέρνουν σε μετωπική σύγκρουση με τον εαυτό μου. Η πρώτη είναι ένα ξέσπασμα προς την μητέρα Τζούλι: η Ανν εκτοξεύει όλη της την οργή στον άνθρωπο που θα έπρεπε να είναι το καταφύγιό της.
Η πιο οριακή στιγμή όμως, είναι προς το τέλος του έργου, όταν γίνομαι μάρτυρας της απόλυτης απαξίωσης του πατέρα προς τη μητέρα. Είναι η έκφραση της έμφυλης βίας σε όλο της το μεγαλείο.
Εκείνη την ώρα, η Κλέλια μέσα μου ασφυκτιά, επαναστατεί, αλλά η Ανν οφείλει να μείνει εκεί, παγωμένη. Αυτός ακριβώς ο διχασμός ανάμεσα στα αντανακλαστικά μου ως γυναίκα και στην επιβεβλημένη ακινησία του ρόλου, είναι που με σπρώχνει στα άκρα.»

Το έργο μιλά για την πατριαρχική εξουσία και την υποταγή. Πόσο επίκαιρα παραμένουν αυτά τα ζητήματα στην ελληνική κοινωνία του 2026;
Θα ήταν καθησυχαστικό να λέγαμε ότι ο “Φαέθων” είναι μία μεταστροφή ενός αρχαίου μύθου, μία τραγωδία άλλης εποχής. Αλλά σήμερα, δυστυχώς, η πατριαρχία αποτελεί την απόλυτη κοινωνική πανδημία. Το 2026, η υποταγή και η εξουσία δεν είναι “θεατρικές έννοιες”. Είναι η ειδησεογραφία που μας πνίγει.
Από την περιστολή των ανθρώπινων δικαιωμάτων στην Αμερική και τον αγώνα των γυναικών στο Ιράν για το αυτονόητο, μέχρι τη φρίκη στη Γάζα όπου η έμφυλη βία γίνεται όπλο πολέμου, το πρότυπο του “δυνάστη πατέρα” μεταλλάσσεται αλλά παραμένει ζωντανό.
Στην Ελλάδα, οι γυναικοκτονίες και η ενδοοικογενειακή βία μάς υπενθυμίζουν καθημερινά ότι η “οικογένεια Λομ” μπορεί να κατοικεί στο διπλανό διαμέρισμα. Ο Δημήτρης Δημητριάδης περιγράφει έναν μηχανισμό όπου ο ισχυρός επιβάλλεται επειδή μπορεί, και ο αδύναμος σωπαίνει επειδή πρέπει.
Αυτό μας αφορά όλους, γιατί η σιωπή μπροστά στην κατάχρηση εξουσίας είναι συνενοχή. Το έργο δεν μας ζητά να λυπηθούμε τους ήρωες που πάσχουν, αλλά να αναγνωρίσουμε τα σημάδια της βαρβαρότητας στην ίδια μας τη ζωή και να σταματήσουμε να την κανονικοποιούμε.
Σε έναν κόσμο που κατακλύζεται από γρήγορη πληροφορία και ψηφιακές εικόνες, ποια είναι η “δύναμη” που διατηρεί το ζωντανό θέατρο στο Θέατρο Φούρνος;
Έχω την αίσθηση ότι όσο περισσότερο ψηφιοποιείται η ζωή μας, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη για κάτι που δεν μπορείς να κάνεις “skip” ή “mute”. Και αυτή είναι η δύναμη του θεάτρου.
Στο Θέατρο Φούρνος, έναν χώρο με τόσο έντονη τη δική του “βιομηχανική” και καλλιτεχνική αύρα, η εμπειρία είναι σωματική. Δεν βλέπεις απλώς μια εικόνα· μοιράζεσαι το ίδιο αέρα με τον ηθοποιό, ακούς την ανάσα του, νιώθεις τους κραδασμούς από την ένταση της σκηνής.
Αυτή η ανθρώπινη επαφή, το εδώ και τώρα, είναι μεγάλη πολυτέλεια στην εποχή των γρήγορων εικόνων. Το θέατρο σε αναγκάζει να αφήσεις το κινητό σου στην τσέπη και να μείνεις εκεί, εκτεθειμένος στην αλήθεια αυτού που συμβαίνει μπροστά σου. Είναι μια πράξη αντίστασης στη διάσπαση προσοχής που μας επιβάλλει το σήμερα.
Ως νέα καλλιτέχνις, τι είναι αυτό που σας δίνει ελπίδα και ορμή μέσα σε ένα περιβάλλον που συχνά απαξιώνει τον πολιτισμό;
Η ορμή μου πηγάζει από μια βαθιά ανάγκη να μην παραδοθώ στην αδράνεια. Η πρόσφατη διάκριση στο Διεθνές Θεατρικό Φεστιβάλ της Αλεξάνδρειας με το 3ο βραβείο γυναικείας ερμηνείας ήταν για μένα μια σπουδαία υπενθύμιση: ότι όταν καταθέτεις την αλήθεια σου, αυτή μπορεί να συγκινήσει ανθρώπους σε κάθε γωνιά του πλανήτη, πέρα από γλώσσες και σύνορα. Αυτό σου δίνει τη δύναμη να συνεχίσεις, ακόμα κι όταν οι συνθήκες γύρω σου μοιάζουν αποθαρρυντικές.
Όμως, η πραγματική μου ελπίδα και η μεγαλύτερη ευθύνη μου βρίσκονται στο σπίτι. Είμαι μητέρα δύο μικρών παιδιών, ενός αγοριού και ενός κοριτσιού. Κάθε φορά που ανεβαίνω στη σκηνή ή παλεύω για μια παραγωγή, το κάνω γιατί θέλω να τους παραδώσω έναν κόσμο όπου η τέχνη και η ενσυναίσθηση θα έχουν τον πρώτο λόγο.
Θέλω να δουν τη μητέρα τους να τολμά, να κυνηγά τα όνειρά της, να δημιουργεί και να μη σωπαίνει. Η σκέψη ότι ο πολιτισμός είναι το μόνο ανάχωμα στη βαρβαρότητα που ίσως κληθούν να αντιμετωπίσουν, με γεμίζει με μια σχεδόν “πυρηνική” ενέργεια. Θέλω όλα τα παιδιά να μπορούν να ονειρεύονται σε έναν κόσμο πιο φωτεινό και πιο δίκαιο.
Υπάρχει κάποιος ρόλος ή κάποιο κλασικό κείμενο που θα θέλατε να αναμετρηθείτε μαζί του στο άμεσο μέλλον;
Με ελκύουν τα κείμενα που δεν σου επιτρέπουν να μείνεις ασφαλής. Θα ήθελα πολύ να βουτήξω στον οριακό κόσμο της Σάρα Κέιν, αλλά και να αναμετρηθώ με το μέγεθος της Ανδρομάχης στην αρχαία τραγωδία – δύο άκρα που, αν και απέχουν αιώνες, συναντιούνται στην απόλυτη έκθεση του ανθρώπινου πόνου.
Αυτό όμως που με κινητοποιεί περισσότερο αυτή την περίοδο, είναι η ανάγκη να ακουστούν ιστορίες ανθρώπων που έμειναν στο περιθώριο ή καταδικάστηκαν από τη συλλογική μνήμη χωρίς να δικαιωθούν ποτέ. Με την ομάδα Bonaventura, βρισκόμαστε σε μια τέτοια δημιουργική διαδικασία. Υπάρχουν φωνές που πρέπει να ακουστούν και είναι κάτι που επεξεργαζόμαστε με πολλή φροντίδα, χωρίς βιασύνη.
Το σίγουρο είναι πως, ό,τι κι αν επιλέξω ή με επιλέξει, γίνομαι “ένα” μαζί του. Δεν μπορώ να προσεγγίσω έναν ρόλο αν δεν τον αγαπήσω βαθιά, αν δεν βρω τη δική μου αλήθεια μέσα στις ρωγμές του. Για μένα, το θέατρο δεν είναι διεκπεραίωση, είναι μια διαρκής, παθιασμένη αναζήτηση.

Το έργο κλείνει με τη φράση: “Να ζεις – αυτό είν’ όλο το ζήτημα”. Σε έναν κόσμο που συχνά μας αναγκάζει απλώς να επιβιώνουμε, τι σημαίνει για εσάς προσωπικά “να ζεις” πραγματικά και ποιο μήνυμα θα θέλατε να πάρει μαζί του ο θεατής φεύγοντας από το Θέατρο Φούρνος;
«Αυτή η φράση του Λέλο Λομ, του αδερφού μας, είναι ένα σπουδαίο υπαρξιακό μανιφέστο. Στο έργο του Δημητριάδη, το “να ζεις” δεν είναι μια παθητική κατάσταση επιβίωσης, αλλά μια πράξη ανυπακοής. Σημαίνει να σπας τα δεσμά της υποταγής και να βρίσκεις τη λύτρωση μέσα από τη ρήξη με ό,τι σε καταπιέζει.
Προσωπικά, δεν θα ήθελα ο θεατής να φύγει απλώς έχοντας δει μια “καλή παράσταση”. Θα ήθελα να φύγει νιώθοντας ότι κάτι μέσα του μετακινήθηκε. Ίσως μια αίσθηση ότι η σιωπή μπροστά στο άδικο δεν είναι πια επιλογή.
Φεύγοντας από το Θέατρο Φούρνος, θα ήθελα ο θεατής να πάρει μαζί του αυτή την “ανήσυχη” σπίθα. Να μη νιώσει εφησυχασμένος, αλλά αφυπνισμένος. Θα ήθελα να κρατήσει την ορμή της Ανν για αντίσταση και την πίστη ότι, ακόμα και μέσα στο πιο πυκνό σκοτάδι, η άρνηση της υποταγής είναι ο μόνος δρόμος προς την ελευθερία.
Αν καταφέρουμε να γεννήσουμε έστω και μία ερώτηση μέσα του, αν τον κάνουμε να αναρωτηθεί για τη δική του θέση απέναντι στην εξουσία και τη βία, τότε για εμάς το στοίχημα της Bonaventura θα έχει κερδηθεί.»
“ΦΑΕΘΩΝ”
του Δημήτρη Δημητριάδη Σκηνοθεσία: Χρύσα Καψούλη
ΘΕΑΤΡΟ ΦΟΥΡΝΟΣ
Στο μεσοαστικό σαλόνι της οικογένειας Λομ στο βόρειο Λονδίνο, η καθημερινότητα είναι ένα καλοκουρδισμένο καθεστώς τρόμου. Ο πατέρας, Άμνετ Λομ, εξουσιάζει ως απόλυτος δυνάστης, επιβάλλοντας τη διαστρεβλωμένη πίστη του σε μια οικογένεια που έχει μάθει να υπακούει.
Η μητέρα, Τζούλι, υποτάσσεται σε ό,τι ο πατριάρχης Άμνετ προστάζει και οι κόρες, Ανν και Μπεθ, πιστεύουν ότι «τους αξίζει το χειρότερο». Η κακοποίηση διαβρώνει κάθε πτυχή της ύπαρξής τους και τις καθιστά σιωπηλές μάρτυρες και θύματα της βίας που συμβαίνει μακριά από τα βλέμματα των θεατών, όπως στην αρχαία τραγωδία.
Μέρος αυτού του ασφυκτικού σύμπαντος, ο εξουσιαζόμενος γιος Λέλο, που ζει ακόμη στο βρεφικό του καρότσι, αναλαμβάνει να δώσει τη δική του απάντηση στο Aμλετικό δίλημμα «να ζεις ή να μη ζεις».
Αντιστρέφοντας τον αρχαίο μύθο, ο Φαέθων του Δημήτρη Δημητριάδη δεν θα πέσει καιόμενος στη γη, αλλά θα αναληφθεί με το άρμα του Ήλιου στον ουρανό. Στη σκηνοθεσία της Χρύσας Καψούλη, το σαλόνι του σπιτιού μετατρέπεται σε πεδίο πυρηνικής αναμέτρησης του Καλού και του Κακού. Του Εξουσιαστή και του Εξουσιαζόμενου. Της Υποταγής και της Ανυπακοής.



Ταυτότητα Παράστασης
- Συγγραφέας: Δημήτρης Δημητριάδης
- Σκηνοθεσία: Χρύσα Καψούλη
- Scenography – Video Scenography – Costume design: Xsquare DesignLab
- Φωτισμοί: Απόστολος Τσατσάκος
- Βοηθός σκηνοθέτη: Κατερίνα Κέντρου, Κλέλια Μαμουνάκη
- Μουσική επιμέλεια: Χρύσα Καψούλη, Κατερίνα Κέντρου
- Υλικό προώθησης – Trailer: Xsquare DesignLab
Ερμηνεύουν:
Χριστόφορος Κώνστας (Άμνετ Λομ)
Μάγδα Κατσιπάνου (Τζούλι)
Κατερίνα Κέντρου (Μπεθ)
Κλέλια Μαμουνάκη (Ανν)
Δημήτρης Βουτσής (Λέλο)
Θέατρο Φούρνος, Μαυρομιχάλη 168, Νεάπολη Εξαρχείων
Παραστάσεις: κάθε Δευτέρα και Τρίτη μέχρι και 7 Απριλίου 2026
- Ώρα έναρξης: 21:00
- Διάρκεια: 80 λεπτά
- Εισιτήρια: 15 ευρώ – Γενική Είσοδος, 12 ευρώ – Μειωμένο
Προπώληση Εισιτηρίων:
- Διεύθυνση Παραγωγής: Γιάννης Γκουντάρας
- Παραγωγή: BonaventuraΑΜΚΕ
- Επικοινωνία – Δημόσιες Σχέσεις: Αντώνης Κοκολάκης
Σημείωση: Για την ολοκλήρωση της συνέντευξης της ηθοποιού Κλέλιας Μαμουνάκη συνεργάστηκαν: Στην επιμέλεια και την σύνταξη των ερωτήσεων η ομάδα Έκφρασης και Υλοποίησης.
Ευχαριστούμε την ηθοποιό Κλέλια Μαμουνάκη και το γραφέιο επικοινωνίας και δημοσίων σχέσεων Αντώνης Κοκολάκης για την πραγματοποίηση της συνέντευξης.
Ρίξτε Μια Ματιά...>/
Ο Θέμης Σοφός είναι ένας από τους πιο γνωστούς Έλληνες δικηγόρους. Έχει αναλάβει πολύκροτες υποθέσεις που συγκλόνισαν το πανελλήνιο όπως η
Ροή Δημοσιεύσεων
Ενδιαφέρον Θέματα...>/
Ο βραβευμένος σκηνοθέτης Θανάσης Σαράντος (Βραβείο Κάρολος Κουν Σκηνοθεσίας και Ερμηνείας 2023), μετά την
Francis Albert Sinatra, (Frank Sinatra) έχει χαρακτηριστεί από τους θαυμαστές του ως η “φωνή”.



