Ένας talk of the town θεατρικός σκηνοθέτης διοργανώνει ένα ανατρεπτικό masterclass, στο οποίο εκπαιδεύει υποκριτικά πέντε επίδοξους ηθοποιούς που επέλεξε με βάση το ψυχολογικό τους προφίλ. Αυτή είναι η εκκίνηση για «Τα ψυχοσωματικά μου μέσα», τη νέα ανατρεπτική κωμωδία της Ευαγγελίας Γατσωτή που παρουσιάζει η ομάδα nunc στη Σκηνή Μπέκετ στα Εξάρχεια.

Μια παράσταση για τα όρια, το άγχος, την υπερέκθεση, τη σκλαβιά του σώματος στην αισθητική αρτιότητα και τη σύγχρονη θεατρική πραγματικότητα που μας τυλίγει όλους σαν μπουρίτο. Ολόκληρος ο θίασος και η συγγραφέας μιλούν στο YoungPeople.gr για τη συλλογική δημιουργία, το μαύρο χιούμορ και την εργασιακή αβεβαιότητα στον πολιτιστικό τομέα.

Η συνέντευξη της θεατρικής ομάδας nunc

Γιώργος Γκίντζος

Γιώργο, ποιο είναι το ψυχολογικό προφίλ του δικού σου χαρακτήρα στο masterclass του έργου και πώς διαχειρίζεται την πίεση του σκηνοθέτη;

Ο Θάνος Θεριακλής, ο δημιουργός και καθοδηγητής αυτού του masterclass είναι ένας νεαρός σκηνοθέτης που κατάφερε από τις πρώτες του δουλειές να καθιερωθεί στον χώρο. Ένα παιδί – θαύμα. Είναι ένας σκοτεινός αλλά και πολύ ανθρώπινος ρόλος, γιατί μπορείς να τον συναντήσεις σε όλους τους χώρους, ανεξαρτήτως επαγγέλματος. Έχει μια αλαζονεία και μια έπαρση που θεωρώ πως είναι το εργαλείο του για να επιβιώσει.

Όταν κάνεις μια μεγάλη επιτυχία, ανεξαρτήτως ηλικίας, ο κόσμος μετά περιμένει από εσένα κάτι καινούργιο, κάτι καλύτερο. Αυτή την πίεση ο Θάνος τη βιώνει πολύ έντονα, δεν μπορεί να τη διαχειριστεί και τη μεταφέρει και στους μαθητές του. Ενώ είναι ο θύτης σε όλη την υπόθεση, όσο προχωρά η παράταση συνεχώς αναρωτιέσαι πως και γιατί αυτός ο άνθρωπος έχει φτάσει σε αυτό το σημείο;

Και νομίζω η απάντηση είναι ότι και ο ίδιος είναι θύμα του συστήματος και έμαθε να επιβιώνει με αυτόν τον τρόπο. Χωρίς αυτό, φυσικά, να δικαιολογεί τις πράξεις του. Το αντίβαρο σε όλο αυτό είναι ο ρομαντισμός του και η εικόνα που έχει φτιάξει ο ίδιος για τον εαυτό του ως έναν βασανισμένο καλλιτέχνη, που κάνει το σύμπτωμά του τέχνη.

Γιώργος Γκίντζος, ηθοποιός
Είναι ένας σκοτεινός αλλά και πολύ ανθρώπινος ρόλος… ο ίδιος είναι θύμα του συστήματος”. Ο Γιώργος Γκίντζος σε μια χαρακτηριστική promo λήψη.

Η παράσταση μιλά για τη «σκλαβιά του σώματος στην αισθητική αρτιότητα». Πόσο έντονα βλέπεις να καθρεφτίζεται αυτό το στοιχείο στις δικές σας σκηνικές δοκιμές;

Στις πρόβες που κάνουμε ως ομάδα nunc προσπαθούμε να διατηρούμε ένα πλαίσιο που ο κάθε συντελεστής μπορεί να χώρο να εκφράζεται καλλιτεχνικά όπως θέλει και του ταιριάζει. Αυτός είναι και ο στόχος της ομάδας εξ αρχής να κάνουμε τέχνη με τους δικούς μας όρους και όπως το ονειρευόμαστε.

Δεν θυσιάζουμε την πειθαρχία μας, άλλωστε χωρίς πειθαρχία και δουλειά δεν μπορεί να υπάρξει αποτέλεσμα. Σεβόμαστε και ακούμε το πρόβλημα και την ανάγκη του άλλου ατόμου και με επίγνωση αυτού μπαίνουμε στην πρόβα έτοιμοι να κάνουμε λάθη και να αποτύχουμε. Μέσα από το λάθος και την αποτυχία προκύπτουν πράγματα και μαθαίνουμε, ειδικά στη δουλειά αυτή.

Έχοντας ήδη μια όμορφη διαδρομή από τον «Ματίας τον Πρώτο» μέχρι τα musicals, πώς αντιλαμβάνεσαι τη σύγχρονη θεατρική πραγματικότητα για έναν νέο ηθοποιό στην Ελλάδα σήμερα;

Είμαι πολύ τυχερός που η Μαρία Σαββίδου μου έδωσε τη δυνατότητα να δοκιμαστώ σε μια τόσο ωραία παράσταση όπως ο «Ματίας ο Πρώτος» βγαίνοντας από τη σχολή, και την ευχαριστώ πολύ γι’ αυτό! Κάνοντας τα πρώτα σου βήματα σε αυτή τη δουλειά συναντάς πολλά αδιέξοδα και πολλές φορές ο τρόπος με τον οποίο συμβαίνουν τα πράγματα δεν βοηθάει. Ειδικά μετά τον Covid.

Συχνά υπάρχει η τάση οι σκηνοθέτες, οι casting directors, οι παραγωγοί να θέλουν να σε κατατάξουν σε μια συγκεκριμένη κατηγορία ρόλων που μπορείς να παίξεις. Θεωρώ πως είναι η ώρα να φύγουμε από αυτά τα κλισέ που ανήκουν σε μια παλιότερη εποχή. Αυτό δεν έχει ενδιαφέρον ούτε για εμάς τους ηθοποιούς ούτε για το κοινό που βλέπει το ίδιο κάθε χρόνο. Από την άλλη, επειδή επιλέγω να βλέπω λίγο πιο αισιόδοξα τη δουλειά μας προτιμώ να το βλέπω σαν μια ωραία δοκιμασία και να μην σταματώ να προσπαθώ.


Μυρσίνη Πετρίδη

Μυρσίνη, πέρα από τη συν-σκηνοθεσία, εμφανίζεσαι και στη σκηνή. Ποιος είναι ο ρόλος σου στο σεμινάριο και πώς μετατοπίζονται τα όριά του;

Στην παράσταση ισορροπώ ανάμεσα σε 2 ρόλους, έναν επί σκηνής και έναν εκτός. Ήταν μεγάλη πρόκληση -με όλη τη σημασία της λέξης- καθώς για ένα μεγάλο διάστημα προβών χρειάστηκε να διαιρέσω τον εαυτό μου σε πολλά κομμάτια (και εγώ και το υπόλοιπο σκηνοθετικό τιμ) για να συμβάλω και σαν μέλος του θιάσου αλλά και στο σκηνοθετικό κομμάτι στήνοντας την παράσταση από κάτω.

Προφανώς είχε μεγάλες δυσκολίες και απαιτήσεις, δεν ξέρω αν θα το ξανά έκανα τόσο σύντομα (μπορεί όχι, μπορεί ξανά άλλες 100 φορές με την ίδια τρέλα). Πλέον που οι πρόβες ολοκληρώθηκαν και η παράσταση έχει ξεκινήσει αισθάνομαι ότι όλα πήγαν καλά. Αγάπησα πολύ τον σκηνοθετικό μου ρόλο, ήταν στόχος χρόνων να δοκιμαστώ στην πρώτη μου σκηνοθεσία, το χάρηκα απίστευτα, με πίεσε άλλο τόσο αλλά ήταν πολύ σημαντικό που συνέβη σε αυτές τις συνθήκες, με αυτούς τους ανθρώπους και αυτό το έργο.

Το συναίσθημα που υπήρχε στις πρόβες όσο δημιουργούσαμε την παράσταση μαζί με την ομάδα και όσο η φαντασία μας εξελισσόταν σε κάτι πραγματικό, είναι εικόνες ανεκτίμητες και σίγουρα ένα από τα αγαπημένα κομμάτια της καλλιτεχνικής μου διαδρομής. Πιστεύω για όλα τα μέλη της ομάδας ισχύει το ίδιο. 

Όσο απόλαυσα τον σκηνοθετικό μου ρόλο αλλό τόσο σίγουρα αγαπώ πολύ και τον ρόλο μου πάνω στη σκηνή. Αυτός ο ρόλος είναι η Κώστια. Είναι πολύ ωραίο τυπάκι, ένα γνήσιο λαϊκό παιδί, που τα λέει όλα όπως τα σκέφτεται χωρίς φίλτρο, ένα κορίτσι που σίγουρα θα ήθελα να είναι φίλη μου, πιστεύω όλ@ θα την θέλαμε. Σε κερδίζει στο λεπτό με τον αυθορμητισμό, την παιδικότητα και το χιούμορ της.

Το πιο ενδιαφέρον χαρακτηριστικό της είναι ότι πηγαίνει στο σεμινάριο σαν λευκό χαρτί, καθώς είναι η μόνη από τους συμμετέχοντες που είναι ερασιτέχνης ηθοποιός, έρχεται για να δοκιμάσει, να παίξει, να γνωρίσει το πώς «κάνεις θέατρο» για το οποίο έχει πραγματικά πλήρη άγνοια και φυσικά μέχρι το τέλος του σεμιναρίου τα όρια της μετατοπίζονται εντελώς. Έρχεται αντιμέτωπη με τους φόβους και τις δυσκολίες της, δοκιμάζεται πραγματικά, υπάρχουν σημεία που μετατοπίζεται σαν χαρακτήρας αλλά σίγουρα παραμένει και πιο σίγουρη από ποτέ σε σχέση με το ποια είναι.

Αυτό που μου αρέσει στην Κώστια είναι ότι παρότι περπατάει σε τεντωμένο σκοινί και κινδυνεύει να χάσει την αυθεντικότητα της εξαιτίας όσων έρχεται αντιμέτωπη, στο τέλος όντως παραμένει σταθερή στα πιστεύω και στην προσωπικότητα της. Την θαυμάζω πολύ για το πόσο καλό και ατόφιο παιδί είναι, έχω πάρει πάρα πολλά από εκείνη και είναι απόλαυση να την ερμηνεύω. Ελπίζω και εκείνη να είναι χαρούμενη με την ερμηνεία μου και να μη με τσακίσει στην κριτική της.

Η Μυρσίνη Πετρίδη, ιδρυτικό μέλος των nunc, μιλά για την πρώτη της σκηνοθετική απόπειρα και τις “αχτίδες φωτός” μέσα στο σύγχρονο θεατρικό τοπίο.

Ως ιδρυτικό μέλος των nunc, πώς βίωσες τη μετάβαση της ομάδας από την 20λεπτη performance του 2024 στην ίδρυση ΑΜΚΕ και το ανέβασμα ενός πλήρους έργου στη Σκηνή Μπέκετ;

Η ομάδα nunc ξεκίνησε από ένα φοιτητικό όνειρο με τους δύο κολλητούς μου φίλους περίπου 10 χρόνια πριν και μετατράπηκε από ιδέα σε πραγματικότητα τον Αύγουστο του 2024 (ούτε 2 χρόνια δεν έχουμε κλείσει καλά καλά). Ξεκίνησε σαν μια δοκιμή στο πρώτο 24 Hours Rush Festival και ενώ όντως υπήρξε μόνο για λίγες ώρες ξέραμε νομίζω και οι 3 πως εδώ ξεκινάμε κάτι που δεν θα το αφήσουμε έτσι απλά.

Θυμάμαι με φοβερή νοσταλγία και χαρά εκείνες τις μέρες, το άγχος μας που δεν κλείσαμε μάτι για να φτιάξουμε το «Κέικ και Βούτυρο» μέσα σε λιγότερο από ένα 24ωρο και την ανακούφιση όταν το παρουσιάσαμε και περάσαμε μετά και στον τελικό. Είχε κάτι από το πώς ήμασταν στα 19 μας, στην φοιτητική ομάδα που γνωριστήκαμε.

Μετά το ένα έφερε το άλλο, μεγαλώσαμε, εντάξαμε και 2 ακόμα αγαπημένα μέλη, επιλεγήκαμε στο φεστιβάλ του Τρένου στο Ρουφ ανάμεσα σε 150 συμμετοχές και παρουσιάσαμε τη «Μέθοδο V» για 15 παραστάσεις, αποκτήσαμε νομικό πρόσωπο με την ίδρυση ΑΜΚΕ και με περηφάνεια θα πω ότι συνεχίζουμε  ασταμάτητοι.

Φέτος με «Τα ψυχοσωματικά μου μέσα» όντως κάνουμε την πρώτη απόπειρα ανεβάσματος ενός πλήρους έργου. Είναι η πρώτη μας παραγωγή, συμβαίνει ανεξάρτητα από το πέπλο ενός φεστιβάλ όπως είχαμε συνηθίσει μέχρι τώρα και είναι σίγουρα ένα μεγάλο βήμα για εμάς.

Έχει το ρίσκο του να καλείσαι να ανεβάσεις μια παράσταση από το μηδέν, -ένα έργο αρκετά δύσκολο κιόλας κατά τη γνώμη μου- με αποκλειστικά δικά σου μέσα, να πρέπει να ασχολείσαι από το πρώτο μέχρι το τελευταίο ζήτημα, από τα εισιτήρια και την επικοινωνία, μέχρι το τι θα βάλεις και φυσικά το πώς θα παίξεις.

Θέλω να πω ότι είμαι περήφανη γιατί με όλη μου την ειλικρίνεια πιστεύω ότι το καταφέραμε σαν ομάδα και φυσικά με την πολύτιμη βοήθεια φίλων και συντελεστών που είναι ήρωες με όλη τη σημασία της λέξης. Είναι κάτι που συντηρείται μέσα μας χρόνια και τώρα κάπως είναι το πρώτο μας μεγάλο βήμα. Και ενώ έχει φόβο και άγχος, έχει και πολύ θάρρος και θράσος και θεωρώ ότι αξίζει τον κόπο και το ρίσκο.

Με υπόβαθρο στην Κοινωνική Ανθρωπολογία, πώς βλέπεις τη σχέση του θεάτρου με την κοινωνική πραγματικότητα; Μπορεί η υποκριτική να λειτουργήσει ως εργαλείο αποδόμησης των καθημερινών μας ρόλων;

Ένα από τα βασικά γνωρίσματα της  κοινωνιολογικής ανθρωπολογίας σαν επιστήμη είναι ότι μελετάει την ετερότητα, δηλαδή πώς διαφοροποιεί το άτομο τον ίδιο του τον εαυτό ανάλογα με τα σύνολα με τα οποία συνυπάρχει και τους διαφορετικούς ρόλους που καλείται να επιτελέσει καθημερινά στη ζωή του.

Κάπως έτσι είναι και στην υποκριτική, πέρα από το γεγονός ότι ο ηθοποιός παίζει συνέχεια ρόλους και αλλάζει ανάμεσα σε αυτούς, καλείται και να συνυπάρξει και να συνδημιουργήσει διαρκώς με διαφορετικά σύνολα και φυσικά για να συμβεί αυτό οφείλει να αφήσει σε δεύτερο πλάνο την ατομικότητα του και να αφομοιωθεί από το όλον.

Με έναν λοιπόν έμμεσο τρόπο αισθάνομαι ότι κάθε άτομο παίζει ρόλους στη ζωή του, μεταμορφωνόμαστε καθημερινά κατά περίπτωση και περίσταση και προσαρμοζόμαστε ανάλογα με τα σύνολα με τα οποία συνυπάρχουμε. Δεν θεωρώ ότι χρησιμοποιείται η υποκριτική με την κυριολεκτική έννοια δηλαδή αλλά με την μεταφορική, σαν εργαλείο αποδόμησης των κοινωνικών μας ρόλων.

Άλλωστε αυτή είναι μια από τις βασικότερες αρετές του θεάτρου ότι καθρεφτίζει την κοινωνική πραγματικότητα. Είναι μια συνεχής αλληλεπίδραση που όταν είναι ζωντανή και ανοιχτή, είναι μαγική. Το θέατρο οφείλει να έχει άμεση σχέση με το σήμερα, πρέπει να είναι πολιτικό και κοινωνικό γιατί κατ’ εμέ μόνο έτσι μπορεί να ανθίσει. 


Αθανασία Κυμπούρη

Αθανασία, ποια είναι η δική σου θέση μέσα στο masterclass της παράστασης και πώς αντιδρά ο χαρακτήρας σου όταν οι ισορροπίες γίνονται πεδίο μάχης;

Ως Αθανασία του σήμερα, θέλω να πιστεύω πως δεν θα εθελοτυφλούσα και θα επέλεγα να κάνω αυτό που έχει ανάγκη η ψυχή και το σώμα μου και όχι αυτό που μου προβάλει ο εκάστοτε δάσκαλος πως είναι το σωστό και απαραίτητο να κάνω. Ο χαρακτήρας μου, η Τριανταφυλλιά, είναι ένα άτομο που διαισθάνεται τα λεπτά όρια, εκφράζει τη δυσαρέσκεια της στα πράγματα ή διερωτάται αν κάτι είναι όντως σωστό να συμβαίνει.

Ωστόσο παραμένει στο masterclass καθώς η ίδια πήγε με την ελπίδα πως θα αποτελούσε ένα νέο ξεκίνημα για να κυνηγήσει τα όνειρα της. Θεωρώ τρομερά ενδιαφέρουσα τη στάση της σε όλη τη διάρκεια τόσο για την πορεία του ψυχισμού της όσο και σαν μελέτη μιας μικρογραφίας της κοινωνίας.

Αθανασία Κυμπούρη, ηθοποιός, θεατρική ομάδα nunc.
Η Αθανασία Κυμπούρη, συν-σκηνοθέτης και ηθοποιός της παράστασης, μας ξεναγεί στον κόσμο της ομάδας nunc.

Συνδυάζεις τη σκηνοθεσία με την ερμηνεία. Πώς λειτούργησε η δημιουργική χημεία της ομάδας και της συγγραφέως για να αποδοθεί αυτή η γεμάτη υπερέκθεση ιστορία;

Τόσο η ομάδα, όσο και η συγγραφέας , Ευαγγελία Γατσωτή, εξαρχής ήταν ανοιχτοί στη συζήτηση, τον πειραματισμό  και την συνδιαμόρφωση. Διαβάσαμε όλοι μαζί το έργο ξανά και ξανά και φέραμε άπειρους αυτοσχεδιασμούς από την καθημερινότητα των χαρακτήρων, το οποίο βοήθησε στο να εντρυφήσουμε στις προσωπικότητες τους. 

Αντλήσαμε έμπνευση από το έργο της Ευαγγελίας και η Ευαγγελία , η οποία ήταν παρούσα στο μεγαλύτερο μέρος των προβών, άντλησε από την ομάδα και με μεγάλη γενναιοδωρία αυτό το κομμάτι το συμπεριέλαβε στο ήδη υπάρχον κείμενο. Ανταλλάξαμε απόψεις, παρατηρήσεις και βοηθήσαμε ο ένας τον άλλον σε ένα πολύ πρόσφορο έδαφος.

Σε πλαίσιο ερμηνείας και σκηνοθεσίας, υπήρξε πληθώρα ιδεών και δοκιμών , άλλες κρατήθηκαν, άλλες πετάχτηκαν, πάντα με συνέπεια ως προς το έργο και την παράσταση. Τόσο για έμενα αλλά και για τη Μυρσίνη Πετρίδη με την οποία υπογράφουμε τη σκηνοθεσία μαζί αλλά και για όλη την ομάδα, ήταν σημαντικό να σεβαστούμε αυτή τη γραμμή.

Ήταν σημαντικό επίσης να σεβαστούμε τα προσωπικά μας όρια. Για αυτό αν και η ιστορία όντως αφορά ένα κομμάτι υπερέκθεσης, το πλαίσιο που δημιουργήθηκε είχε πολλή στοργή και προστασία.  Ήταν μια πολύ δημιουργική διαδικασία.

Έχοντας σπουδάσει Επικοινωνία και Πολιτισμό, ποιο πιστεύεις ότι είναι το μεγαλύτερο στοίχημα για το σύγχρονο θέατρο προκειμένου να αγγίξει και να κινητοποιήσει το νεανικό κοινό;

Σε μια εποχή που οι εφαρμογές και τα social media κρατάνε τα σκήπτρα, το σύγχρονο θέατρο πιστεύω πως στη πραγματικότητα πρέπει να είναι ειλικρινές για να αγγίξει. Δηλαδή ο θεατής να μην αισθάνεται πως κάποιος του κουνάει το δάχτυλο. Να βλέπει, και μόνος του να κρίνει.

Επίσης, να δούμε έργα επί σκηνής από νέους δημιουργούς ,τα οποία θα πραγματεύονται την επικαιρότητα αλλά θα έχουν και ένα ηλικιακό εύρος και μια ποικιλομορφία εν γένει. Είναι σημαντικό να αισθανόμαστε πως το θέατρο προχωράει μαζί μας, συμμερίζεται τις ανάγκες μας. Άλλωστε αποτελεί τη φωνή του λαού από αρχαιοτάτων χρόνων.


Έλενα Χρηστίδη

Έλενα, ποιος είναι ο δικός σου ρόλος στην παράσταση και πώς βιώνει τη «σκλαβιά του σώματος» που επιβάλλει η μέθοδος του σκηνοθέτη;

Ο ρόλος της Σύλβιας έχει δύο πτυχές: αυτή της άπειρης νεαρής ηθοποιού, που θέλει περισσότερο από κάθε άλλο πράγμα στον κόσμο να καταφέρει να ενταχθεί στον χώρο του θεάτρου, και η οποία είναι τόσο αποφασισμένη, ώστε είναι αποφασισμένη να κάνει ό,τι χρειαστεί προκειμένου να τα καταφέρει, για αυτό και ο τόσος έντονος ανταγωνισμός και καχυποψία προς τα άλλα μέλη του σεμιναρίου.

Είναι ένα είδος συμβολισμού για το που μπορεί να σε φτάσει ως χαρακτήρα ο αδυσώπητος ανταγωνισμός, η εκμετάλλευση και επισφάλεια στον χώρο.

Η δεύτερη πτυχή αφορά αυτή της νεαρής ερωτευμένης άπειρης ηθοποιού, η οποία βιώνει τον έρωτα μονόπλευρα και δεν μπορεί να κατανοήσει ακριβώς τι είναι αυτό που συνέβη πραγματικά μεταξύ της ίδιας και του προσώπου που ερωτεύτηκε, το οποίο πρόσωπο όμως, εργασιακά, έχει εξουσία πάνω της. Και αυτό καθορίζει σημαντικά την στάση της, το συναίσθημα της, και την

Έλενα Χριστίδη, ηθοποιός θεατρικής ομάδας nunc.
Έλενα Χρηστίδη: Αναζητώντας την απελευθέρωση μέσα από το θέατρο, τη δραματοθεραπεία και τη συλλογικότητα της ομάδας nunc.

Η παράσταση είναι αφιερωμένη στους γονείς σας που βοήθησαν… στο να σας δημιουργηθεί κάποιο ψυχοσωματικό! Πώς λειτούργησε αυτό το χιούμορ κατά τη διάρκεια των προβών;

Αυτό το είδος χιούμορ, η αφιέρωση της παράστασης στους γονείς μας που βοήθησαν, θέλοντας και μη στην δημιουργία κάποιου ψυχοσωματικού, πάντα βοηθάει εφόσον προσεγγίζεται με ελαφρότητα και σημαντικές δόσεις χιούμορ.

Η δυνατότητα μας να μπορούμε να γελάσουμε με την ανθρώπινη δυσκολία, να την διακωμωδήσουμε, να την φέρουμε με μια ακόμα ακόμα και καυστική διάθεση μπροστά, γειώνει πολλές φορές το βίωμα και την εμπειρία. Την κάνει πιο ασφαλή και ταυτόχρονα πραγματική, προστατεύει, χωρίς να αποπροσωποποιεί, να γίνεται υπερβολικά εγκεφαλική, και πάνω από όλα, χωρίς να επανατραυματιζει.

Και ξεπηδούν μέσα από το χιούμορ και οι λύσεις, οι επανορθώσεις, και οι εναλλακτικές στην τραυματική εμπειρία ή την δυσκολία.

Εκπαιδεύεσαι στη Δραματοθεραπεία και την τεχνική Meisner. Πόσο επηρεάζουν αυτά τα εργαλεία τον τρόπο που προσεγγίζεις το θέατρο και την αλήθεια ενός ρόλου;

Η εκπαίδευση μου στην δραματοθεραπεία, καθότι ακόμα στην αρχή της, και καθώς αφορά ψυχοθεραπευτική προσέγγιση, θέλει εξαιρετική προσοχή και φροντίδα όταν έρχεται να συναντήσει την αλήθεια ενός ρόλου. Θα έλεγα ότι επηρεάζει με τρόπους απροσδόκητους, αιφνιδιαστικούς και στις λιγότερο «θεατρικές» στιγμές της σχέσης μου με το αντικείμενο.

Σίγουρα με κάνει να ορίζω το θέατρο με έναν εξαιρετικά πιο διευρυμένο τρόπο, να κατανοώ με άλλους όρους την έννοια «το θέατρο: η τέχνη ως θεραπεία της ψυχής» και να αλληλοεπιδρώ μαζί του με καινούργιους πολύ προσωπικούς τρόπους, βλέποντας όλους τους τρόπους με τους οποίους έρχεται και εμποτίζει την καθημερινότητα μας, όχι μόνο μέσω της σκηνής ή της παράστασης. Και αυτό είναι βαθιά απελευθερωτικό.

Η σχέση μου με την τεχνική Meisner, είναι πολύ καινούργια, και μια από τις πολλές μεθόδους με τις οποίες έχω έρθει σε επαφή από το ξεκίνημα των σπουδών μου στο θέατρο το 2021 μέχρι και σήμερα. Δεν νιώθω επαρκώς καταρτισμένη σε οποιοδήποτε από τα εργαλεία που έχω μάθει, για να μπορώ να πω με βεβαιότητα πώς επηρεάζουν τον τρόπο που προσεγγίζω την αλήθεια ενός ρόλου πρακτικά.

Σίγουρα πάντως, κάθε πτυχή και κάθε εργαλείο που συναντάς, συστήνεται μαζί του, δοκιμάζεις, μαθαίνεις ή και υιοθετείς, διευρύνει τις πλευρές από τις οποίες κοιτάς τόσο την ανθρώπινη ύπαρξη και συμπεριφορά, όσο και το θέατρο γενικότερα. Συναντάς τους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι επεξεργάστηκαν και αλληλοεπίδρασαν με το θέατρο, τον ρόλο, την τέχνη, τον λόγο, πριν από και παράλληλα με εμάς.


Κωνσταντίνος Χατζηθεοδώρου

Κωνσταντίνε, ποιο «κουτάκι» του ψυχολογικού προφίλ έρχεται να σπάσει ο δικός σου ρόλος κατά τη διάρκεια του ανατρεπτικού αυτού masterclass;

Δεν ξέρω αν μπορώ να τον περιορίσω σε κάτι τόσο συγκεκριμένο, αλλά θα προσπαθήσω. Ο Δήμος είναι αυτός ο άνθρωπος που προσπαθεί να τα κάνει όλα και να τα κάνει σωστά, στην ανάγκη του λοιπόν να καταφέρει αυτό που ποθεί, να βρει λίγο χώρο να υπάρξει όπως δηλώνει στο έργο, καταπατά σίγουρα τα δικά του όρια χωρίς να το καταλαβαίνει ή και χωρίς να υπάρχει ο χρόνος για να το αναλογιστεί.

Είναι αυτό το παιδί που δεν φοβάται την δουλειά γιατί την έχει ανάγκη, που οι μέρες του είναι ατελείωτες και η ενέργεια του για κάποιον που τον παρατηρεί φαντάζει αστείρευτη, αλλά στην πραγματικότητα ζει μόνιμα σε κατάσταση επιβίωσης, ακροβατεί στα όρια των δυνατοτήτων του και η πτώση ή η αλλαγή του φαντάζει αναπόφευκτη.

Με αυτά του τα στοιχεία έρχεται αντιμέτωπος στο σεμινάριο και ο δρόμος στον οποίο τον τοποθετεί η Ευαγγελία τον φέρνει αντιμέτωπο με τις επιλογές του, το ερώτημα είναι αν θα μπορέσει και ο ίδιος να σπάσει τον κύκλο στον οποίο όλοι μας έχουμε παγιδευτεί. 

Κωνσταντίνος Χατζηθεοδώρου, ηθοποιός, θεατρική ομάδα nunc. συνέντευξη.
Ο Κωνσταντίνος Χατζηθεοδώρου, ιδρυτικό μέλος των nunc, μιλά για τις καλλιτεχνικές κολεκτίβες ως απάντηση στις δυσκολίες του κλάδου.

Είσαι παρών από τα πρώτα βήματα της ομάδας («Κέικ και Βούτυρο», «Μέθοδος V»). Τι είναι αυτό που κάνει τη συνεργασία των nunc να ξεχωρίζει και να εξελίσσεται τόσο σταθερά;

Η αλήθεια είναι πως ειδικά τις τελευταίες μέρες και από την στιγμή που η παράσταση ανέβηκε, αυτό το ταξίδι στην μνήμη και στην συνάντηση μου με τα παιδιά το έχω κάνει πολλές φορές. Με την Αθανασία και την Μυρσίνη που είμαστε τα ιδρυτικά μέλη της ομάδας, γνωριστήκαμε περίπου 10 χρόνια πριν.

Βρεθήκαμε και περάσαμε μια σειρά ετών στην θεατρική ομάδα του Παντείου Πανεπιστημίου, τους «Προσοχή Έργα» και εκεί ήρθαμε για πρώτη φορά σε επαφή με ιδέες και πρακτικές που μας συντροφεύουν ακόμη, όπως είναι οι οριζόντιες διαδικασίες, η συνδιαμόρφωση, το συλλογικό θέατρο.

Ήδη από τότε γίναμε η δική μας μικρή τριάδα και χτίσαμε μια πολύ δυνατή φιλία η οποία μετά και τις επαγγελματικές μας σπουδές πάνω στο θέατρο, έμελλε να εξελιχθεί και σε μια ουσιαστική συνεργασία. Από τις πρώτες μας απόπειρες με την ομάδα προσπαθούσαμε πάντα να φροντίζουμε και το πλαίσιο της συνύπαρξης και της συνεργασίας μας, κάτι που μπορεί να φαντάζει δεδομένο αλλά δεν είναι καθόλου και αποτελεί για εμάς έναν παράλληλο στόχο στην θεατρική μας πορεία.

Το να μάθουμε να συνυπάρχουμε, να συμβιώνουμε και να το κάνουμε υπό όρους κοινωνικούς και ισότιμους είναι από μόνο του μια μακρά διαδρομή, και ευτυχώς την έχουμε επιλέξει συνειδητά τόσο έμείς όσο και τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας, ο Γιώργος και η Ιωάννα στην αρχή και τώρα η Αναστασία και η Έλενα.

Το ίδιο ισχύει και για τον τρόπο με τον οποίο συνεργαζόμαστε και τους εξωτερικούς μας συνεργάτες, δεν θέλουμε με τίποτα να γίνει όλο αυτό υπό τους όρους του στεγνού και στυγνού επαγγελματισμού, για εμάς είναι μια αντιπρόταση αυτή η αυτοοργανωμένη και επί ίσοις όροις συνάντηση και νομίζω αποτελεί την συνταγή που μας επιτρέπει να ξεπερνάμε τα εμπόδια που συναντάμε και να προχωράμε μαζί.

Με σπουδές στις Διεθνείς Σχέσεις και μεταπτυχιακό στο Θέατρο, πώς κρίνεις τη σημασία των καλλιτεχνικών συλλογικοτήτων (collectives) ως απάντηση στις δυσκολίες του κλάδου;

Κάποια πράγματα από την προηγούμενη απάντηση μου χωράνε σίγουρα και σε αυτή την ερώτηση. Οι συλλογικές διαδικασίες είτε αφορούν την τέχνη, είτε την πολιτική για μένα αποτελούν μονόδρομο. Σίγουρα οι καλλιτεχνικές κολεκτίβες δεν θα λύσουν από μόνες τους τα προβλήματα του κλάδου, γιατί δυστυχώς η παραγωγή καλλιτεχνικού έργου υπό τους όρους που συναντάμε στο άκρα ανταγωνιστικό και παρακαλώ ας μου επιτραπεί «εμπορευματοποιημένο» αθηναϊκό θεατρικό πεδίο, δεν επιτρέπει παρεκκλίνουσες.

Ειδικά όταν μπαίνει το ζήτημα της βιωσιμότητας για τον καλλιτέχνη εκεί τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο δύσκολα και τα όρια που το καθένα μας θέτει είναι πολύ δύσκολο να παραμείνουν διακριτά.

Παρόλα αυτά, μια κολλεκτίβα ή συλλογικότητα αυτό που έρχεται πρώτα πρώτα να αντιπροτείνει είναι ο τρόπος λειτουργίας, αυτή η κοινοτική αντίληψη, διάδραση και δράση απέναντι στα ζητήματα που μας αφορούν είτε αυτό είναι μια παράσταση είτε είναι το τι συμβαίνει στην γειτονιά μας, στην πόλη μας, στην ζωή μας. Ο κλάδος μας αυτή την στιγμή τρώει τον εαυτό του, γιατί κινείται υπό τις απαιτήσεις του κεφαλαίου που «πρέπει» να ικανοποιήσει.

Αν το θέατρο μπορεί να αντιστέκεται στην βία της πραγματικότητας και να την κοιτάει στα μάτια πάνω από την σκηνή, τότε για να επιβιώσει θα πρέπει κατά την γνώμη μου να πράξει το ίδιο και από κάτω. Ευτυχώς παρατηρώ πως ξεφυτρώνουν συνέχεια ομάδες ανεξάρτητες που αναζητούν τον δικό τους χώρο και λειτουργούν με άλλους όρους.

Τέλος θεωρώ πως η εμπειρία της νέας γενιάς ηθοποιών μέσα στις καταλήψεις του Τσίλερ, του Ρεξ, και πόσων άλλων χώρων ανέδειξε την δυνατότητα μας να πράξουμε το άλλο, το διαφορετικό και μας ζύμωσε ουσιαστικά, ασχέτως του ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα. Σιγά σιγά θα δούμε τα αποτελέσματα όλων των συγκυριών που μας έχουν διαμορφώσει, αρκεί να μην φοβηθούμε και πιστεύω πως ευτυχώς τα περιθώρια του φόβου στενεύουν απειλητικά!


Ιωάννα Παπαδάκη

Ιωάννα, ποια είναι η δική σου ηρωίδα στην παράσταση και ποια «ψυχοσωματικά» της μέσα καλείσαι να επιστρατεύσεις επί σκηνής;

Το Λίζ είναι ένας ρόλος που με αγγίζει βαθιά και νομίζω έχει πολλά να πει για την γενιά μας. Πρόκειται για ενα non-binary που μάχεται να χωρέσει στις ταμπέλες και τα «πρέπει» του θεατρικού χώρου αλλά και της σύγχρονης κοινωνίας. Βλέπει τον κόσμο από το μικροσκόπιο της παιδικής του αθωότητας και παρότι όλα τα ερεθίσματα γύρω του το αναγκάζουν να σκληρύνει, εκείνο παλεύει να κρατήσει αυτή την αθωότητα ακέραιη.

Ονειρεύεται ένα θέατρο που χωράει την μοναδικότητα κάθε προσωπικότητας και ατόμου, που εξελίσσει και ενισχύει τον χαρακτήρα του, που σέβεται τα όρια του και με αυτή την τρυφερή αφέλεια και γενναιοδωρία αντιμετωπίζει όλα τα άτομα με τα οποία συναντιέται επί σκηνής.

Έχει ένα ειλικρινές πάθος και αγάπη για την υποκριτική και έτσι αρνείται να δει την σκηνή ως μία ανταγωνιστική, ανθρωποφαγική αρένα όπως συχνά παρουσιάζεται. Υπάρχει μια πολιτικοποιημένη, ίσως και ρομαντική πλευρά που κρατάει κρυφή και προστατευμένη συνήθως από τον περισσότερο κόσμο.

Οι κρίσεις πανικού είναι το βασικό ψυχοσωματικό σύμπτωμα του Λιζ με το οποίο μπορούμε να ταυτιστούμε πολλά από εμάς. Το άγχος, η πίεση , η βία και η ιλιγγιώδης ταχύτητα της καθημερινότητας οδηγούν σε ένα ασφυκτικό τοπίο που το απορροφάμε όλα μας σαν σφουγγάρι και προσπαθούμε να υπάρξουμε μέσα σε αυτό.

Όταν δεν ακούμε το σώμα μας και τα σήματα που αυτό μας δίνει, εκεί είναι που βρίσκουν χώρο και φυτρώνουν τα ψυχοσωματικά. Για το Λιζ, το άγχος λοιπόν μετουσιώνεται και παίρνει αυτή την μορφή. Είναι ο μοναδικός τρόπος του σώματός του να αντιδράσει απέναντι στη δυστοπική πραγματικότητα του θεάτρου αλλά και της κοινωνίας γενικότερα.

Ιωάννα Παπαδάκη, ηθοποιός, συνέντευξη, θεατρική ομάδα nunc.
Η Ιωάννα Παπαδάκη της ομάδας nunc μας μιλά για το non-binary Λιζ, τις ταμπέλες του θεατρικού χώρου και τη δυστοπική καθημερινότητα.

Το έργο ισορροπεί ανάμεσα στην τέλεια απόδοση και την απόλυτη κατάρρευση. Πώς πιστεύεις ότι μπορεί μια (θα ήθελε να είναι) κωμωδία να φωτίσει το τόσο έντονο άγχος της γενιάς μας;

Νομίζω πως ένας ευρηματικός τρόπος να φωτίσει κανείς ένα τέτοιο ζήτημα τόσο επίκαιρο έρχεται μέσα από το χιούμορ. Το έργο έχει μια βαθιά αυτοσαρκαστική διάθεση, αμφισβητεί αλλά και αμφισβητείται, αποτυπώνοντας έξι πολύ διαφορετικούς χαρακτήρες και τον τρόπο με τον οποίο ο καθένας ξεχωριστά ενσωματώνει και παλεύει διαρκώς με το άγχος, τις ανασφάλειες του και τα βιώματα του.

Το δραματικό με το κωμικό στοιχείο συνυφαίνονται καθ’όλη την διάρκεια του έργου και αυτή θεωρώ είναι τελικά και η γοητεία του.

Με πτυχία στη μουσική και έντονη ενασχόληση με τον χορό και τα ακροβατικά, πώς πιστεύεις ότι η σωματικότητα και ο ρυθμός βοηθούν τον ηθοποιό να ξεκλειδώσει το θεατρικό τραύμα ή το χιούμορ;

Το σώμα ενός ηθοποιού είναι κατά την γνώμη μου ο πυρήνας κάθε θεατρικής πράξης. Είναι ένα εξαιρετικά σύνθετο πολυεργαλείο, και ως ηθοποιοί καλούμαστε να καταφέρουμε να ξεκλειδώσουμε τα εκφραστικά εργαλεία που διαθέτει και χρειάζεται να επικαλεστούμε επί σκηνής. Αυτό νομίζω είναι μία έρευνα που δεν σταματάει ποτέ.

Κάθε φορά είναι σαν να μαθαίνεις κάτι καινούριο για το πως λειτουργεί το ανθρώπινο σώμα και πόσο σύνθετα δομημένο είναι πραγματικά σαν σύστημα. Η σωματικότητα του ηθοποιού είναι ίσως το πιο στοιχειώδες συστατικό στην ανάκληση της συναισθηματικής ή σωματικής μνήμης αλλά και της φαντασιακής δημιουργίας, που αποτελούν θεμελιώδη εργαλεία του ηθοποιού πάνω στην σκηνή.

Από την άλλη, νομίζω ότι το χιούμορ δεν μπορεί εύκολα να υπάρξει εν απουσία του ρυθμού. Είναι μια σχέση που είναι κατά την γνώμη μου αλληλένδετη και η ύπαρξη του ενός προϋποθέτει με έναν τρόπο μοιραία την ύπαρξη του άλλου. Η θεατρική πράξη επομένως είναι εν γένει αποτέλεσμα μιας ενορχήστρωσης ρυθμού και σωματικότητας.


Ευαγγελία Γατσωτή

Ευαγγελία, το έργο βασίζεται σε μια πρωτότυπη ιδέα του Παναγιώτη Λιαρόπουλου. Πώς ήταν η διαδικασία να μετατρέψεις την ιδέα ενός masterclass σε μια σύγχρονη ανατρεπτική κωμωδία για τα ψυχοσωματικά μας και πώς είδες το κείμενό σου να παίρνει σάρκα και οστά από τους nunc;

Νομίζω πως, έχοντας βρεθεί αρκετές φορές σε σεμινάρια υποκριτικής – εγώ προσωπικά, αλλά και πολλοί άνθρωποι του χώρου – ένιωσα ότι αυτή η συνθήκη μπορούσε να προσφέρει απλόχερα υλικό για κωμωδία. Μέσα στο πλαίσιο των αυτοσχεδιασμών συμβαίνουν πράγματα που, στην πραγματική ζωή, θα φαίνονταν ίσως παράξενα ή και γελοία· μέσα όμως σε ένα σεμινάριο υποκριτικής εκτελούνται με απόλυτη σοβαρότητα και προσήλωση, ίσως και μεγαλύτερη απ’ όση χρειάζεται.

Αυτό από μόνο του ανοίγει μια συζήτηση γύρω από τη βαρύτητα που δίνουμε στην τέχνη και το κατά πόσο αυτή μπορεί να μονοπωλεί το ενδιαφέρον της ζωής μας, γεννώντας νευρώσεις, εμμονές και προσωπικά αδιέξοδα. Με τους nunc δουλέψαμε συλλογικά στις πρόβες, αναδιαμορφώνοντας το κείμενο σε πολλά σημεία και προσθέτοντας αφηγήσεις που προέκυψαν μέσα από προσωπικά μοιράσματα της ομάδας.

Επειδή το είχα πρωτογράψει το 2023, ένιωσα πολύ έντονα μέσα από αυτό το ανέβασμα, ότι τα έργα μπορούν να λειτουργούν σαν μικρές φυσαλίδες φαντασιώσεων και αναμνήσεων που ταξιδεύουν στον χωροχρόνο και επιστρέφουν για να κατευνάσουν το ταλαιπωρημένο παρόν μας, κουβαλώντας μαζί τους την επαναληψιμότητα των τραυμάτων μας.


Τι θα θέλατε να νιώσει ή να σκεφτεί ο θεατής που θα βρεθεί στη Σκηνή Μπέκετ φεύγοντας από την παράσταση, πέρα από το να ταυτιστεί με τα δικά του ψυχοσωματικά;

Ευαγγελία Γατσωτή: Εγώ προσωπικά, παρότι είμαι αρκετά επιφυλακτική απέναντι στα «premise» και στα ηθικά διδάγματα – μου θυμίζουν παραμύθια με κακομεταφρασμένους τίτλους και πολύ κακές εικονογραφήσεις – αν μπορούσα να κρατήσω κάτι από το έργο και να το πω στα θεατά, θα ήταν μια ατάκα της Κώστιας, χαρακτήρα που ερμηνεύεται από τη Μυρσίνη Πετρίδη στην παράσταση.

Λέει, πάνω-κάτω: «Χεσ’ τον! Πάμε για τσίπουρα!». Για μένα, αυτή η φράση κρύβει μια πολύ όμορφη και αυθόρμητη παρότρυνση προς ένα «εμείς» που χωρά τη χαρά και την ομαδικότητα σαν αντίδοτο στον ανταγωνισμό, την υπερανάλυση και τη μοναξιά που συχνά μας επιβάλλει η καθημερινότητα.

Αθανασία Κυμπούρη: Θα ήθελα ο θεατής φεύγοντας από τη παράσταση να πάρει τον χρόνο του και από την επόμενη μέρα να σκεφτεί αυτό που είδε. Πόσο ίδια μπορούμε να σκεφτόμαστε και να αισθανόμαστε οι άνθρωποι ακόμα και αν έχουμε διαφορετικές συνθήκες να αντιμετωπίσουμε και κατά πόσο αξίζει να μένουμε σε κάτι το οποίο αισθανόμαστε ότι μας φθείρει ψυχικά και σωματικά.

Επίσης θα ήθελα να σκεφτεί πράγματα τα οποία ούτε εγώ η ίδια δεν έχω σκεφτεί ακόμα για τη συγκεκριμένη παράσταση. Αυτό το θεωρώ απόλυτα μαγικό όταν συμβαίνει.

Κωνσταντίνος Χατζηθεοδώρου: Θα ήθελα να σκεφτεί όλες εκείνες τις στιγμές που προσπάθησε να συναντηθεί με άλλους ανθρώπους και δεν τα κατάφερε, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει καθημερινά προσπαθόντας να μείνει στην επιφάνεια και να αναλογιστεί τον τρόπο με τον οποίο η συνάντηση αυτή μπορεί να επιτευχθεί χωρίς βία, αγνά, καθαρά και με μια παιδική αφέλεια.

Μόνο το «μαζί» μπορεί να αλλάξει οτιδήποτε… πάμε ως σύμμαχοι”. Η ομάδα nunc σε μια πανέμορφη, συλλογική λήψη για “Τα ψυχοσωματικά μου μέσα”

Έλενα Χρηστίδη: Να θυμηθεί ότι δεν είμαστε μόνοι. Ούτε μπροστά στον πόνο, ούτε μπροστά στην λύση του πόνου. Ότι είναι βίωμα συλλογικό και ότι μόνο συλλογικά λύνεται. Ότι πάμε ως σύμμαχοι και μαζί, μόνο το «μαζί», μπορεί να αλλάξει οτιδήποτε, να πετύχει οτιδήποτε, να σπάσει οτιδήποτε.

Γιώργος Γκίντζος: Θα ήθελα να φύγει νιώθοντας πως την επόμενη φορά που θα υποστεί μία τέτοιου είδους παραβιαστική συμπεριφορά θα βρει τη δύναμη να μιλήσει, να δράσει ή να απομακρυνθεί.

Ιωάννα Παπαδάκη: Περισσότερο από όλα για μένα, θα ήθελα δοθεί έμφαση στην κανονικοποίηση της βίας, στο με πόσα περιστατικά συναντιόμαστε καθημερινά και τα προσπερνάμε, μένουμε αδρανείς και αφήνουμε τις καταστάσεις απλά να μας συμβαίνουν, τόσο σε εμάς όσο και στα άτομα δίπλα μας.

Η βία έχει γίνει τόσο βίωμα μέσα μας που έχουμε μάθει να την αντιμετωπίζουμε με παθητικότητα, ακόμα και απάθεια πολλές φορές, όχι μόνο στον εργασιακό χώρο αλλά και γενικότερα. Και βάζω και τον εαυτό μου σε αυτό τον κανόνα φυσικά. Είναι κάτι που με απασχολεί και προσωπικά.

Ελπίζω πως αυτή η παράσταση θα είναι μία ακόμα αφορμή αυτοπαρατηρήσης, ίσως και αυτοκριτικής και μία υπενθύμιση πως αυτή η μάχη απέναντι σε κάθε συστημική καταπίεση είναι μια μάχη που μπορεί πραγματικά να κατακτηθεί μόνο συλλογικά. Μόνο με το μαζί.


Το να κάνεις θέατρο σήμερα ενέχει τεράστια ανασφάλεια. Πώς βιώνει η γενιά σας αυτή τη διαρκή εργασιακή αβεβαιότητα στον πολιτιστικό τομέα;

Μυρσίνη Πετρίδη: Την βιώνω με θυμό, με υπομονή, κάποιες μέρες με ελπίδα, άλλες με απογοήτευση και πάλι από την αρχή. Είναι πραγματικά πολύ δύσκολο σπορ να είσαι ηθοποιός -και καλλιτέχνης γενικότερα- στην Ελλάδα του σήμερα, πόσο μάλλον για τη νέα γενιά.

Είμαστε η γενιά του Τσίλλερ, των καταλήψεων, που το ΠΔ 85 και η υποβάθμιση των πτυχίων μας μας βρήκε όταν ακόμα σπουδάζαμε στις δραματικές σχολές και ακόμα και τώρα 3 χρόνια μετά που είμαστε επαγγελματίες ηθοποιοί (ή πιο σωστά απόφοιτοι λυκείου) παλεύουμε για τα ίδια πράγματα, διεκδικώντας τα αυτονόητα που αντιμετωπίζονται ως περιττές διεκδικήσεις και απαιτήσεις.

Το Υπουργείο Πολιτισμού αγαπάει να μας αγνοεί επιδεικτικά και επιλέγει που και που να ανακατεύεται σε βραβεία νέων ηθοποιών βάζοντας όριο ηλικίας από το πουθενά, όριο στο πόσα έχεις καταφέρει μέχρι τα 35 σου γιατί μετά πάλιωσες λογικά ενώ δεν σκέφτεται καν τι περνάνε οι νέοι ηθοποιοί για μια ευκαιρία, για λίγο χώρο ή ακόμα πιο απλά για να βιοπορίζονται από τη δουλειά τους όπως συμβαίνει σε κάθε επάγγελμα του κόσμου.

Δεν χρειάζεται να πω για τις απλήρωτες πρόβες που συνεχίζουν να ζουν και να βασιλεύουν ως καθεστώς. Δεν χρειάζεται να πω ότι δουλεύουμε σέρβις, ταξιθέτες, πωλητές κάνοντας ταυτόχρονα ακόμα και διπλές πρόβες καθώς δεν υπάρχουν συλλογικές συμβάσεις που να διασφαλίζουν ότι θα κάνουμε την δουλειά μας απρόσκοπτα και ειδικά τις πρόβες μας, το δυσκολότερο κομμάτι της δουλειάς μας.

Δεν χρειάζεται να πω ότι θιασάρχες και ηθοποιοί σε κεντρικά θέατρα δεν απεργούν όταν ανακοινώνει το ΣΕΗ απανωτές απεργίες γιατί δεν τους νοιάζει, γιατί έχουν βολευτεί, έχουν ξεχάσει τι πέρασαν (ή τι δεν πέρασαν) οι ίδιοι και αδιαφορούν ή δεν θέλουν να βοηθήσουν τις νέες γενιές να αποκτήσουν καλύτερες συνθήκες εργασίας.

Μιλάμε για εργασιακή επισφάλεια ή για πραγματική παρακμή; Δεν ξέρω. Παθαίνουμε υπερκοπώσεις, παθαίνουμε ψυχοσωματικά αλλά συνεχίζουμε. Για κάποιο λόγο συνεχίζουμε.

Φυσικά λοιπόν, για να κλείσω με λίγη ελπίδα που συναντάω και εγώ μέσα μου κάποιες μέρες, ο ισχυρότερος τρόπος για να συνεχίζουμε είναι οι ομάδες, να δημιουργούμε τις συνθήκες και τα πλαίσια που μας δίνουν το κίνητρο να προχωράμε και να κάνουμε θέατρο στην Ελλάδα του σήμερα. Νομίζω κάπως θέλω να κλείσω, είναι μεγάλη τύχη να υπάρχουν αχτίδες φωτός μέσα σε όλο το ζόφο και οι nunc για μένα είναι κάτι τέτοιο οπότε ευτυχώς συνεχίζουν να υπάρχουν. 


Τα ψυχοσωματικά μου μέσα”

Από την ομάδα θεάτρου nunc, σε κείμενο Ευαγγελίας Γατσωτή

Από 15 Μαΐου και για μόνο 9 παραστάσεις

Πόσο απέχει η τέλεια απόδοση από την απόλυτη κατάρρευση; Μετά την επιτυχημένη παρουσίαση της παράστασης «Μέθοδος V» στο φεστιβάλ νέων καλλιτεχνών «Τα 12 Κουπέ» στο Θέατρο Τρένο στο Ρουφ, η ομάδα θεάτρου nunc επιστρέφει δυναμικά με τη νέα της παραγωγή.

Αυτή τη φορά η ομάδα ενώνει τις δυνάμεις της με τη θεατρική συγγραφέα Ευαγγελία Γατσωτή («Ο Γιάννης το βούδι», Ίδρυμα Μ. Κακογιάννης, «κόκκινες γραμμές ή λέξεις που κάνουν τζιζ», Θέατρο του Νέου Κόσμου, «Νυχιάνγκ», Θέατρο Πορεία κ.ά.) και μαζί παρουσιάζουν τη νέα ανατρεπτική κωμωδία «Τα ψυχοσωματικά μου μέσα».

Η παράσταση κάνει πρεμιέρα στις 15 Μαΐου και θα παρουσιαστεί για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων στη Σκηνή Μπέκετ, το νέο φιλόξενο θεατρικό στέκι των Εξαρχείων.

Λίγα λόγια για το έργο

Ένας talk of the town θεατρικός σκηνοθέτης διοργανώνει ένα ανατρεπτικό  masterclass, στο οποίο εκπαιδεύει υποκριτικά πέντε επίδοξους ηθοποιούς που επέλεξε με βάση το ψυχολογικό τους προφίλ. Στη διάρκεια του σεμιναρίου, επιχειρεί να τους εξοικειώσει με τη μέθοδο του, διδάσκοντάς τους πώς να αξιοποιούν σκηνικά τα ψυχοσωματικά τους. 

Καθώς το σεμινάριο εξελίσσεται, οι ισορροπίες ανάμεσα στον δάσκαλο και τους συμμετέχοντες μετατρέπονται σε πεδίο μάχης. Τα όρια διαρκώς μετατοπίζονται, μέχρι που, όταν το σεμινάριο ολοκληρώνεται, τίποτα δεν μένει πια το ίδιο.

Μια (θα ήθελε να είναι) κωμωδία για τα όρια, το άγχος, την υπερέκθεση, τη σκλαβιά του σώματος στην αισθητική αρτιότητα, την πολυπλοκότητα του καθημερινού αγώνα για τις τέλειες αποδόσεις και τη σύγχρονη θεατρική πραγματικότητα που μας τυλίγει όλ@ σαν μπουρίτο.

Συντελεστές παράστασης

  • Κείμενο: Ευαγγελία Γατσωτή (βασισμένο σε μια πρωτότυπη ιδέα του Παναγιώτη Λιαρόπουλου)
  • Σκηνοθεσία: Μυρσίνη Πετρίδη, Αθανασία Κυμπούρη και nunc theater group 
  • Συνεργάτης Σκηνοθεσίας: Αναστασία Καρβουνιάρη
  • Σκηνικά-Κοστούμια: Ζωή Κελέση
  • Πρωτότυπη Μουσική: Έλενα Αθανασίου, Χριστίνα Αθηνέλη
  • Σχεδιασμός Φωτισμών-Ήχου: Γιώργος Γρηγοριάδης
  • Φωτογραφίες: Αναστασία Γιαννάκη
  • Τρέιλερ: Σούλα Αποστολάκη, Μαρία Καριπίδου 
  • Γραφιστική Επιμέλεια: Βίκυ Στάμου 
  • Υπεύθυνη Επικοινωνίας: Ιωάννα Σασσάλου
  • Παραγωγή: NUNC ARTS COLLECTIVE AMKE
  • Παίζουν: (αλφαβητικά)

Γιώργος Γκίντζος, Αθανασία Κυμπούρη, Ιωάννα Παπαδάκη, Μυρσίνη Πετρίδη, Κωνσταντίνος Χατζηθεοδώρου, Έλενα Χρηστίδη

Video Trailer: https://youtube.com/watch?v=StR2JRasZfA&si=gFeCPxjDZvFStMhZ



ΣΚΗΝΗ ΜΠΕΚΕΤ

Ζαΐμη 38, Εξάρχεια

Πρεμιέρα: Παρασκευή 15 Μαΐου

  • Ημερομηνίες: 15, 16, 17, 22, 23, 24 Μαΐου 5, 6, 7 Ιουνίου

Μέρες και ώρες παραστάσεων:

  • Παρασκευή, Σάββατο στις 21:00
  • Κυριακή στις 20:00

Εισιτήρια στο ticketservices.gr και στο ταμείο του θεάτρου πριν την έναρξη της παράστασης:

  • 14€ κανονικό,
  • 10€ (μειωμένο: φοιτητικό, ανέργων, άνω των 65, ΑΜΕΑ, ατέλεια)
  • 8€ (μειωμένης ορατότητας)

Προπώληση: https://www.ticketservices.gr/event/ta-psixosomatika-mou-mesa-skini-mpeket/?lang=el

Στοιχεία επικοινωνίας: Εmail: nunctheatergroup@gmail.com

Ενδιαφέρον Θέματα ...>/